Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Για του λόγου το κυματοειδές _

Χάνω κίνηση και βρίσκω λόγο _ γραπτό προφορικό ποιητικό ξύλινο ιδιωματικό κωδικό θεατρικό πομπώδη ταπεινό ακατέργαστο ασυνάρτητο νοηματοδοτημένο.

Χάνω ιδιότητες και βρίσκω λόγους _ πρωινούς απογευματινούς μεταμεσονύχτιας αποπλάνησης ζωτικούς ύπαρξης αναζήτησης προσμονής ελπίδας ρεμβασμού απόλαυσης.

με χάνω μέσα από καταστάσεις και με βρίσκω μέσα από ανθρώπους

Αντάλλαξα δυο όμορφους λόγους χτες. Με ένα στρογγυλεμένο Βήτα κι ένα ευθυτενές Σίγμα. Λόγοι καθαροί κι οι δυο, μου υπέδειξαν λόγους φανερούς να είμαι να νιώθω να αγαπώ. Κι αν προβαίνω σε δύσπεπτους ρομαντισμούς, έχω τους λόγους μου. Λογίσου με τη λογική σου εσύ κι άσε με εμένα να βρίσκω χαρά στο παραπέρα.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

αν αγαπώ κάτι στα σίγουρα _ αυτό είναι το χαμόγελο

Είναι στιγμές που δυσκολεύομαι να αναπνεύσω. Και τώρα δα δυσκολεύτηκα να πάρω τέσσερις ανάσες στη σειρά. 
Πήρα μία. Στάθηκα. 
Δεύτερη. Κοίταξα τριγύρω ψάχνοντας ερέθισμα να με πετάξει έξω από τη στριμωγμένη μου κατάσταση. 
Τρίτη. Έκανα βήμα βήμα βήμα βήμα βήμα, με εναλλαγή ποδιών για να μην τραβήξω τα βλέμματα.
Τέταρτη κι ένιωσα καλά.

Με βάσταξε εκείνος. Η θύμισή του με προστατεύει συστηματικά. Όποτε νιώθω άβολα τραβάει τη σκέψη μου από τα μαλλιά και τη σβουρίζει στον πιο όμορφο αέρα. Στου αιόλου το βασίλειο η σκέψη μου και τα μαλλιά της.

Μου κουνά τα ζάρια και ζητά παρτίδα. Ντρίγκι ντρίγκι ντραν. Τα ζάρια ηχούν σα μπουζουκάκι. Θα παίξω μια και δυο παρτίδες. Θα ηχήσουν δυο και τρεις σκοποί. Πάντα αριθμοί στο νου μου, στα λόγια μου και στα γραπτά μου. 
Σα να τον ακούω να μασά οδοντογλυφίδα. Σα να τον βλέπω να σπρώχνει άτσαλα το τραπεζομάντηλο για να ακουμπήσει το τάβλι σε έδαφος πρόσφορο και να αρχινήσει το παιχνίδι. Και βέβαια χάνω. Η μεγαλύτερη ήττα της ζωής μου το τάβλι. Εκεί που το σύστημά μου, η τακτική μου, τα κουτάκια μου δεν αποδίδουν. Εκεί που η ξέγνοιαστη οδοντογλυφίδα με το λευκό φανελάκι και τον λεκέ από ένα καταπράσινο λιπαρό αμπελοφάσουλο νικάνε _ δικαιωματικά _ επειδή χαμογελούν.
Ένα χαμόγελο ο παππούς μου κι ό,τι έφερε πάνω του. 

Ένα χαμόγελο κι αυτός. Αυτός που κάθε μέρα με συστήνει στον εαυτό μου. Αυτός που με νικά σε παιχνίδι καρτών και παρ' όλ' αυτά τον συγχωρώ.
  
Οι δυο τους δε γνωρίστηκαν μα _ χαμόγελο με χαμόγελο αν μη τι άλλο θα έρχονταν ισοπαλία.

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Η καλύτερη θα νικήσει_

Είχα μια ιδέα.
Είχα και δεύτερη.
Και μία τρίτη.
Τις έβαλα κάτω πλάι πλάι και τις κοίταξα. Τις ξανακοίταξα. Τόσες φορές που κατέληξα στον Παρατατικό.
Τις κοίταΖα.
Είχαν ακριβώς το ίδιο μέγεθος. Ταίριαζαν απόλυτα στις διαστάσεις τους, έτσι που αν ακουμπούσα τη μία πάνω στην άλλη, τίποτα περιττό δε θα εξείχε και η μάζα τους θα έφτιαχνε μια νέα παχιά ιδέα. Την τέταρτη. Τη συνιστώσα των ιδεών. Την ΥπερΙδέα. Κι αν εσένα σε πείθει σαν καλή, εγώ την απορρίπτω. Θέλω τις ιδέες μου απλές και καθαρές. Ο συγκερασμός τους μοιάζει με ένα θολό προϊόν μιας αποδυναμωμένης πρώτης ύλης. Μπερδεύει τις λεπτές μου ιδέες. Μπερδεύει εμένα.
Άπλωσα τις τρεις ιδέες μου ξανά στο πάτωμα. Αυτή τη φορά με μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ τους όσο δύο κουβερτούρες για να αποφύγω την όποια πιθανή αλληλοεπικάλυψή τους. Κι έψαξα το δυνατό σημείο της καθεμίας.

_Η πρώτη ιδέα είχε ωραία φωνή. Ραδιοφωνική. Αφηγούταν ιστορίες καθώς ανεβοκατέβαινε επίπεδα. Που και που μουρμούριζε κι ένα σκοπό αυτοσχέδιο.

_Η δεύτερη ιδέα μπορούσε να πετάει. Μπορούσε να τσαλακώνεται και να γίνεται ξανά κολαριστή, με τέτοιο τρόπο ώστε να παίρνει την απαραίτητη ώθηση και να πετά. Είχε και μαλακή υφή. Ιδανική για κρυολόγημα.

_Η τρίτη ιδέα ήταν πράσινη. Μόνο όταν ήθελε βέβαια. Την υπόλοιπη ώρα ήταν άχρωμη. Μα σα γινόταν πράσινη ήταν μια οπτασία. Κι είχε αυτή τη δύσκαμπτη κίνηση που αρμόζει σε μια σωστή μαριονέτα.

Είχα τρεις ιδέες. Ακόμα τις έχω δηλαδή. Απλώς να, είναι που η λέξη ιδέα αναφέρεται στη στιγμή της σύλληψής της. Όσο απομακρυνόμαστε από το σημείο μηδέν, τόσο η ιδέα αλλάζει υπόσταση. Χάνει λίγη απ' την αφηρημάδα της και κερδίζει λίγη πραγματικότητα.
Περιμένω να δω ποια ιδέα μου θα πραγματοποιηθεί.

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Ένα τέταρτο βανίλιας ξέμεινε_

_και το έφαγες.

Με χρώμα μωβ μελιτζανί // το μελιτζανί της βανίλιας // μελιτζάνα και βανίλια το ίδιο χρώμα // όταν η φύση βαριέται τη δημιουργία και ανατρέχει στην παλιά της χρωματική παλέτα // σαφώς και προηγήθηκε η μελιτζάνα της βανίλιας ειδάλλως το χρώμα αναφοράς θα ήταν το μωβ το βανιλί // Μωβ μωβ μωΒ // μπλε και κόκκινο δίνουν μωβ.

Ένα τέταρτο βανίλιας ξέμεινε και το έφαγες. Έτσι απλά. Έτσι απλά χάθηκε το μωβ στολίδι του πάγκου. Αυτή ήταν η μοίρα του. Αυτή είναι η μοίρα και όλων των ομοειδών του. Μα είναι ακόμα τρία που καλά κρατούν. Τα φυλάω τα στολίδια μου στο ψυγείο.

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

https://www.youtube.com/watch?v=TTAU7lLDZYU

Μπούχτισα. Βαρέθηκα. Με κουράσατε. Θέλω αποχή. Πάλι τα ίδια λέτελέμε και θα. Κι αν φταίω δεν μπορώ να το νιώσω. Δε φταίω. Εγώ να ξεφύγω ήθελα αλλά μάταια. Ξανά. Εκεί. Μέχρι το δύο 0 δέκα 7. Εκεί. Πολλά τα νούμερα κι ανακατεύομαι. Έφυγα για δυο μέρες. Ψέμα. Ήθελα να μα λιποθύμησα. Το σώμα αρνείται να με σώσει. Ριζώνει στην πόλη. Ριζώνω στο πετρόχτιστο. Κι ήταν όμορφο πέρσυ θυμάμαι. Ψηλό. Ξάφνου κόντυνε. Και βάρυνε. Και αυτό το σπιράλ πολύ με ζαλίζει τα πρωινά και χάνω ισορροπία και κλαίω σα μωρό. Κάθε πρωί μου πέφτει το παγωτό μέσα από τα χέρια και κλαίω. Όλοι με ακούνε. Είμαι σίγουρη κι ας κοιτάνε αφηρημένα την νερατζιά. Κλαίνε κι αυτοί. Τους ακούω. Κι ας κοιτάω αόριστα προς τη μεριά του ήλιου. Ώρες ώρες τους λυπάμαι. Δεν τους θέλω. Καθόλου. Θέλω άλλους. Πιο φωτεινούς. Πιο καινούριους. Τους αγαπώ. Μα θέλω να τους αγαπώ έξω από το ίδρυμα. Μέσα στο ίδρυμα ο χώρος είναι μικροσκοπικός κι η καρδιά μου συρρικνώνεται. Εκεί δεν καταχωρούνται τα συναισθήματα; Στην καρδιά μου'χουνε πει. Έγινε ζημιά κι απλώς ελπίζω να είναι αναστρέψιμη.

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Χρόνος //////////////////////////////////////////

Πολύτιμος. Πολλές οι τιμές που του δίνονται. Τιμές που δικαιούται. Τιμές που αθροίζονται και λογαριάζονται σε τιμήματα. Τιμήματα που πληρώνει κάθε υποτελής Του.

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

https://www.youtube.com/watch?v=Cr5ZaIrsCyA

Γκιβενγκιβενγκιβενγκιβενγκιβενγκιβενγκιβενγκιβενγκιβενγκιβενγκιβενγκιβ_

Σα να μην πέρασε στιγμή από αυτή την εφηβική κατάσταση συναισθηματικού πανικού. Σα να μην υπήρξε ποτέ διάλειμμα, ποτέ αυτό το ξεκούραστο μισάωρο, αυτό το αποσυμφορητικό διάστημα μέχρι να βρεθώ ξανά πνιγμένη ως το λαιμό με χημικές ενώσεις ανάλογες του βουτανίου. Στριμωγμένες μέσα σε έναν ανθρωπόμορφο αναπτήρα που υπάρχει για να περιμένει. Μέχρι. Να εκτονώσει το περιεχόμενό του. Σε αέρια μορφή πια. Σε ασταθή μορφή. Την πιο ενδιαφέρουσα άλλωστε.

Ένα γλυκό επεισόδιο_ 
Μια γλυκιά εκδοχή των πραγμάτων_
Και πουφ. Ονειροπόληση ξανά. Απ' αυτή που κάνει την μοναξιά πιο έντονη. Πιο διαπεραστική.