Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

αν αγαπώ κάτι στα σίγουρα _ αυτό είναι το χαμόγελο

Είναι στιγμές που δυσκολεύομαι να αναπνεύσω. Και τώρα δα δυσκολεύτηκα να πάρω τέσσερις ανάσες στη σειρά. 
Πήρα μία. Στάθηκα. 
Δεύτερη. Κοίταξα τριγύρω ψάχνοντας ερέθισμα να με πετάξει έξω από τη στριμωγμένη μου κατάσταση. 
Τρίτη. Έκανα βήμα βήμα βήμα βήμα βήμα, με εναλλαγή ποδιών για να μην τραβήξω τα βλέμματα.
Τέταρτη κι ένιωσα καλά.

Με βάσταξε εκείνος. Η θύμισή του με προστατεύει συστηματικά. Όποτε νιώθω άβολα τραβάει τη σκέψη μου από τα μαλλιά και τη σβουρίζει στον πιο όμορφο αέρα. Στου αιόλου το βασίλειο η σκέψη μου και τα μαλλιά της.

Μου κουνά τα ζάρια και ζητά παρτίδα. Ντρίγκι ντρίγκι ντραν. Τα ζάρια ηχούν σα μπουζουκάκι. Θα παίξω μια και δυο παρτίδες. Θα ηχήσουν δυο και τρεις σκοποί. Πάντα αριθμοί στο νου μου, στα λόγια μου και στα γραπτά μου. 
Σα να τον ακούω να μασά οδοντογλυφίδα. Σα να τον βλέπω να σπρώχνει άτσαλα το τραπεζομάντηλο για να ακουμπήσει το τάβλι σε έδαφος πρόσφορο και να αρχινήσει το παιχνίδι. Και βέβαια χάνω. Η μεγαλύτερη ήττα της ζωής μου το τάβλι. Εκεί που το σύστημά μου, η τακτική μου, τα κουτάκια μου δεν αποδίδουν. Εκεί που η ξέγνοιαστη οδοντογλυφίδα με το λευκό φανελάκι και τον λεκέ από ένα καταπράσινο λιπαρό αμπελοφάσουλο νικάνε _ δικαιωματικά _ επειδή χαμογελούν.
Ένα χαμόγελο ο παππούς μου κι ό,τι έφερε πάνω του. 

Ένα χαμόγελο κι αυτός. Αυτός που κάθε μέρα με συστήνει στον εαυτό μου. Αυτός που με νικά σε παιχνίδι καρτών και παρ' όλ' αυτά τον συγχωρώ.
  
Οι δυο τους δε γνωρίστηκαν μα _ χαμόγελο με χαμόγελο αν μη τι άλλο θα έρχονταν ισοπαλία.