Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

https://www.youtube.com/watch?v=TTAU7lLDZYU

Μπούχτισα. Βαρέθηκα. Με κουράσατε. Θέλω αποχή. Πάλι τα ίδια λέτελέμε και θα. Κι αν φταίω δεν μπορώ να το νιώσω. Δε φταίω. Εγώ να ξεφύγω ήθελα αλλά μάταια. Ξανά. Εκεί. Μέχρι το δύο 0 δέκα 7. Εκεί. Πολλά τα νούμερα κι ανακατεύομαι. Έφυγα για δυο μέρες. Ψέμα. Ήθελα να μα λιποθύμησα. Το σώμα αρνείται να με σώσει. Ριζώνει στην πόλη. Ριζώνω στο πετρόχτιστο. Κι ήταν όμορφο πέρσυ θυμάμαι. Ψηλό. Ξάφνου κόντυνε. Και βάρυνε. Και αυτό το σπιράλ πολύ με ζαλίζει τα πρωινά και χάνω ισορροπία και κλαίω σα μωρό. Κάθε πρωί μου πέφτει το παγωτό μέσα από τα χέρια και κλαίω. Όλοι με ακούνε. Είμαι σίγουρη κι ας κοιτάνε αφηρημένα την νερατζιά. Κλαίνε κι αυτοί. Τους ακούω. Κι ας κοιτάω αόριστα προς τη μεριά του ήλιου. Ώρες ώρες τους λυπάμαι. Δεν τους θέλω. Καθόλου. Θέλω άλλους. Πιο φωτεινούς. Πιο καινούριους. Τους αγαπώ. Μα θέλω να τους αγαπώ έξω από το ίδρυμα. Μέσα στο ίδρυμα ο χώρος είναι μικροσκοπικός κι η καρδιά μου συρρικνώνεται. Εκεί δεν καταχωρούνται τα συναισθήματα; Στην καρδιά μου'χουνε πει. Έγινε ζημιά κι απλώς ελπίζω να είναι αναστρέψιμη.